Εξατομίκευση: μια βασισμένη σε δεδομένα προσέγγιση από τη θεωρία στην πράξη

Image: Rawpixel / Shutterstock.com

Αποτελεί ουσιώδες δεδομένο της εκπαιδευτικής ζωής το γεγονός ότι ομοιογενής τάξη δεν υφίσταται. Ο John West-Burnham, ειδικός στην ηγεσία της διδασκαλίας και της μάθησης, υποστηρίζει την ανάγκη για περισσότερη εξατομίκευση στα σχολεία.

Το ταξίδι ενός παιδιού στη μάθηση ξεκινάει στο πλαίσιο μιας κουλτούρας που εστιάζει στο άτομο – οι καλύτερες πρακτικές προσχολικής εκπαίδευσης ακολουθούν το παιδί. Δυστυχώς, όσο το παιδί προχωράει από την πρωτοβάθμια στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση, τόσο φθίνει η δυνατότητα γνήσιων επιλογών και ενεργούς συμμετοχής στην ίδια του την εκπαίδευση. Μέχρι την ηλικία των 16 ετών, η εμπειρία του μαθητή είναι ως επί το πλείστον γενικευμένη. Αυτό που χάνεται είναι η αναγνώριση της μοναδικότητας και της ιδιαιτερότητας του κάθε μαθητή και η ικανότητά του να συμμετέχει ενεργά στο ταξίδι της μάθησης.

Ένας από τους σπουδαιότερους αρνητικούς παράγοντες για την εμπλοκή (engagement) και την απεμπλοκή (disengagement) των μαθητών είναι η αρχή της αυτόματης χρονολογικής προόδου της του συνόλου, δηλ. τα σχολεία είναι οργανωμένα με βάση την ηλικία των μαθητών και κάθε χρόνο όλοι μαζί μεταβαίνουν στην επόμενη χρονιά ανεξάρτητα, σε μεγάλο βαθμό, από το στάδιο της προσωπικής τους εξέλιξης.

Οι εκπαιδευτικοί εργάζονται πολύ σκληρά προκειμένου να αντισταθμίσουν τη δυσκολία της διδασκαλίας μιας ετερογενούς τάξης με ομοιογενή τρόπο. Η καλή διδασκαλία ξεπερνάει τις ατομικές διαφορές, αλλά αυτό δεν αρκεί για να διασφαλιστεί ότι όλοι οι μαθητές μαθαίνουν στον ύψιστο δυνατό βαθμό. Πρέπει να κατανοήσουμε τα ζητήματα που διατυπώνονται στην απλή ρήση «στάδιο, όχι ηλικία».

Δεν αρκεί να αναγνωρίζουμε διαφορές στη βάση διαδοχικών συνεδριών/μαθημάτων – το σύστημα πρέπει να σχεδιάζεται γύρω από το άτομο. Για τον Howard Gardner, «έχοντας διαφορετικό νου, οι άνθρωποι αποτυπώνουν τις πληροφορίες και τις γνώσεις με ιδιοσυγκρασιακούς τρόπους». Και σύμφωνα με τους Blakemore και Frith, «είναι απίθανο να υπάρχει ένας μόνο τύπος μάθησης γενικής χρήσης για όλους».

Όλο και περισσότερες επιστημονικές αποδείξεις υποδεικνύουν ότι προκειμένου κάθε παιδί και νέος άνθρωπος να αξιοποιήσει τις δυνατότητές του στο έπακρο, πρέπει να κινούμαστε με αφετηρία τον μαθητή ως μοναδικό άτομο και να οικοδομούμε την εκπαίδευση γύρω από την προσωπικότητά του.

...οι μαθητές πρέπει να διδάσκονται με τρόπο που έχει νόημα για αυτούς και πρέπει να επισημαίνεται το ακριβές επίπεδο κατανόησης στην αρχή της μαθησιακής διαδικασίας, προκειμένου η εκπαίδευση και η διάπλαση δεξιοτήτων να προχωρήσουν με μια λογική, ιεραρχική ακολουθία. Η υποστήριξη των παιδιών αυτών θα πρέπει να αποτελεί την ύψιστη προτεραιότητα όλων των σχολείων. (Asbury και Plomin, 2014)

Αντί να ξεκινούμε με το διδακτικό αντικείμενο ή την τάξη ή το σχολικό έτος, θα πρέπει να ξεκινούμε με τον κάθε μαθητή ξεχωριστά και να αναγνωρίζουμε, έστω, ότι η μάθηση λειτουργεί ουσιαστικά ανάλογα με το ‘στάδιο, όχι την ηλικία’.

Η εξατομίκευση μπορεί να γίνει καλύτερα αντιληπτή ως διαδικασία που επιζητά να σέβεται την αξιοπρέπεια και τη μοναδικότητα κάθε μαθητή, να ενισχύσει την ισότητα στην εκπαίδευση, να μεγιστοποιήσει τις προσωπικές δυνατότητες, να ανταποκριθεί στις ανάγκες όλων των μαθητών, αλλά ειδικά των πιο ευάλωτων και των πιο ικανών και να ενδυναμώσει την εμπλοκή μαθητών και εκπαιδευτικών. Ουσιαστικά, η εξατομίκευση παραχωρεί στον μαθητή μεγαλύτερο έλεγχο ως προς το τι μαθαίνει, το πώς μαθαίνει και με ποιον μαθαίνει.

Όποιο μοντέλο μάθησης επιζητάει να αναγνωρίσει την πολυπλοκότητα της σχετικής γνωστικής διαδικασίας θα πρέπει ασφαλώς να εκκινείται από την υπόθεση ότι η ενεργή συμμετοχή του μαθητή – τόσο ως προς το τι μαθαίνεται όσο και ως προς το πώς μαθαίνεται – συνιστά ουσιώδη προϋπόθεση της μάθησης με σκοπό τη γνώση. Οι βασικοί τομείς για την ενεργό συμμετοχή του μαθητή (και άρα για υψηλότερα επίπεδα εξατομίκευσης) πρέπει να περιλαμβάνουν:

  • τις πτυχές του αναλυτικού προγράμματος που πρέπει να καλυφθούν και το βάθος στο οποίο πρέπει να καλυφθούν
  • τις κατάλληλες διδακτικές και μαθησιακές στρατηγικές που θα υιοθετηθούν
  • τις απαιτούμενες μαθησιακές δεξιότητες και στρατηγικές
  • τις μεθόδους αξιολόγησης που θα χρησιμοποιηθούν
  • τη φύση της απαιτούμενης καθοδήγησης (coaching) και διδακτικής στήριξης

Επιτυχημένη μάθηση σημαίνει ότι οι μαθητές πρέπει να έχουν την αυτοπεποίθηση να λαμβάνουν σημαντικές αποφάσεις, να διαπραγματεύονται με ενήλικες και με συνομηλίκους, να διατυπώνουν τα ενδιαφέροντα και τις ανάγκες τους και να είναι σε θέση να αποδέχονται την ευθύνη της μάθησής τους. Σε κάθε μαθησιακή κατάσταση ενεργοποιείται ˙η επιδέξια διαφοροποίηση μπορεί να είναι καταλυτική για την εμπλοκή και την επιτυχία των μαθητών, αλλά ένα κίνημα με κατεύθυνση προς την εξατομίκευση μπορεί να επιβάλλεται προκειμένου να διασφαλιστεί αληθινή ισότητα και συνέπεια ευκαιριών.


Ο Καθηγητής John West-Burnham είναι ανεξάρτητος συγγραφέας, εκπαιδευτικός και σύμβουλος στην εκπαιδευτική ηγεσία με ειδικό ενδιαφέρον για τη μάθηση και την ανάπτυξη της ηγεσίας και τις καινοτόμες προσεγγίσεις της μάθησης σε σχολεία και κοινότητες. Έχει εργαστεί ως εκπαιδευτικός σε σχολεία, επιμορφωτής εκπαιδευτικών και υπεύθυνος εκπαίδευσης και έχει θητεύσει σε θέσεις σε έξι πανεπιστήμια. Ο John είναι συγγραφέας ή εκδότης 30 βιβλίων, στα οποία συγκαταλέγονται τα Understanding Leadership και Leadership for Tomorrow και έχει εργαστεί σε 27 χώρες.

Ετικέτες: